Πέμπτη, 7 Δεκεμβρίου 2017

Αθανάσιος Αβραμόπουλος 1948-2017

Έφυγε στις 6.12.2017 ο Θανάσης Αβραμόπουλος του Αργυρίου (Καφύρα) και της Σταυρούλας που γεννήθηκε πριν 69 χρόνια στο Αντρώνι.
Η κηδεία του θα γίνει αύριο Παρασκευή στις 12 το μεσημέρι από τον Μητροπολιτικό Ναό της Ευαγγελιστρίας στην Πάτρα.
Στην σύζυγό του Μάρια, στον γιο του Αργύρη, στην κόρη του Θεανώ και σε όλους τους συγγενείς του εκφράζουμε τα πιο θερμά μας συλλυπητήρια.
Η απώλεια του αγαπητού φίλου και συμπατριώτη Θανάση Αβραμόπουλου, αφήνει φτωχότερο το Αντρώνι και όλους εμάς που συναναστραφήκαμε μαζί του.
Διαβάζουμε και συμφωνούμε, ότι, υπήρξε υπόδειγμα αδέκαστου υπηρέτη του δημοσίου συμφέροντος με ακεραιότητα χαρακτήρος, ήθος, ευθυκρισία και αξιοπρέπεια, ενεργός πολίτης με δημοκρατικές αρχές οράματα και ιδανικά.
Με την αγαπημένη του σύζυγο Μάρια το γένος Γιαβάση, άλλοτε προϊσταμένη της Επιθεώρησης Εργασίας, απέκτησε δυο παιδιά, τον Αργύρη, δικηγόρο Πατρών και τη Θεανώ οικονομική Σύμβουλο. Ευτύχησε δε να καμαρώσει και εγγονούς.
Ο Θανάσης ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος, πρώην διευθυντής της Τράπεζας της Ελλάδος στην Πάτρα και όπως μας είχε εκμυστηρευτεί θα μπορούσε να φτάσει ακόμη πιο ψηλά αλλά ήταν ταπεινός, χαμηλών τόνων και δεν επεδίωκε θώκους και αξιώματα. 
Για το Αντρώνι, εργάστηκε πολύ σκληρά μέσα από το σύλλογο της Αθήνας όπου τον έφτασε τότε στα ανώτερα δυνατά επίπεδα με κοινωνική προσφορά και πλούσιο έργο. Ιδρυτικό μέλος του συλλόγου το 1966, (μαθητής ακόμη) μαζί με τον Δημήτρη Χρυσανθόπουλο (Πρίμη), τον Νίκο Λαμπαδά, τον Θεοδωράκη Ζαχαρόπουλου, τον Γιώργη Αβράμη του Στάθη και άλλους.Την ίδια περίοδο είχε γράψει ένα ιστορικό για το Αντρώνι που το χρησιμοποιήσαμε ως «μπούσουλα» στα πρώτα γραπτά μας. Αργότερα είχε το περίσσιο  θάρρος να βγει μπροστάρης και να πει αλήθειες μέσα από άρθρο του σε εφημερίδα «κρούοντας τον κώδωνα του κινδύνου» για την μάστιγα των ναρκωτικών που ταλάνιζε τότε το χωριό μας. 
Θα ήταν παράλειψη μας να μην αναφέρουμε ότι η ταπεινότητά του δεν μας ενθάρρυνε να αναδημοσιεύσουμε το παραπάνω δημοσίευμα ούτε να του αφιερώσουμε εδώ το βιογραφικό του. Αντίθετα ενεθάρρυνε πάντα την δική μας προσπάθεια είτε δημόσια είτε κατ’ ιδίαν.
Κώστας Παπαντωνόπουλος.
.

Τρίτη, 28 Νοεμβρίου 2017

Τα σόγια των Αντρωναίων από την επανάσταση και δώθε.

Γνωρίζουμε ότι με κάθε απώλεια συμπατριώτη μας, κλείνει ένα σημαντικό βιβλίο που αφορά την ιστορία του χωριού μας. Ήταν απ’ την αρχή στα σχέδιά μας να ασχοληθούμε, με τους ανθρώπους που πέρασαν από το Αντρώνι και να καταγράψουμε αυτούς που έπαιξαν κάποιο ρόλο στην εξέλιξη της περιοχής. Για διάφορους λόγους όμως, αναβάλλαμε ή αν θέλετε διστάζαμε να αγγίξουμε. «Έφτασε ο κόμπος στο χτένι» και όσο το παραπάνω θέμα το μεταθέτουμε, χάνονται πολύτιμα στοιχεία της ερευνάς μας.
Συνήθως τέτοιες εργασίες, δηλαδή εμβάθυνσης της έρευνας σε σόγια είναι ελάχιστες και όσες έγιναν στέκονται κυρίως με μια απλή αναφορά στο κάθε πρόσωπο.
Εμείς εδώ, φιλοδοξούμε σε κάτι περισσότερο πιο πρωτότυπο, δηλαδή να εμβαθύνουμε την έρευνα σε κάθε σόι σε κάθε άνθρωπο που πέρασε από δω με περισσότερα στοιχεία.
Είναι θεμιτό να θεωρούμε το δικό μας το σόι ανώτερο με αρετές και προτερήματα, γι’ αυτό θα προσπαθήσουμε ώστε αυτή η έρευνα να είναι αληθινή και αντικειμενική ώστε να μην λιβανίσουμε κανέναν. Είμαστε λένε, «αλλουνού παπά ευαγγέλιο». Δεν το βάζουμε κάτω και θα συνεχίσουμε έτσι ως το τέλος.

Σάββατο, 28 Οκτωβρίου 2017

Τα παιδιά του πολέμου 1940-41

Το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου οι σειρήνες του πολέμου δεν ακούγονταν, δεν έφταναν οι ήχοι στα χωριά μας. Η πρώτη είδηση ήλθε από ένα ραδιόφωνο που υπήρχε στο ψηλό σπίτι του Νικολετόπουλου και στην συνέχεια από την καμπάνα που χτυπούσε χαρμόσυνα. Παράτησαν όλοι οι χωριανοί τις δουλειές τους και έτρεξαν με ενθουσιασμό να ετοιμαστούν για την επιστράτευση.
Τα παιδιά με το χαμόγελο στα χείλη, με ενθουσιασμό, περηφάνια και λεβεντιά βιάζονταν να φτάσουν στο μέτωπο. Από το χωριό μας έφυγαν για τα βουνά της Ηπείρου και τα οχηρά Ρούπελ, εκατό περίπου νοματαίοι.
Στα μετόπισθεν έμειναν οι γυναίκες που συνέβαλαν καθοριστικά στην εποποιία του μετώπου και στην επιβίωση των παιδιών τους. Στα χωριά μας δεν υπήρχε ο φόβος του βομβαρδισμού ή της συσκότισης όπως ήταν στις πόλεις. Η Πάτρα που βομβαρδίστηκε το πρωί της 28ης Οκτωβρίου, θρήνησε πενήντα αμάχους. Ακολούθησαν οι βομβαρδισμοί με εκατοντάδες νεκρούς και μεγάλες καταστροφές και σε άλλες μεγάλες πόλεις.
Στα οχυρά, έμειναν και πολέμησαν με ανδρεία έξι Αντρωναίοι: Ο Γιώργης Κατσαντώνης, ο Διονύσης Παπαντώνης, ο Αργύρης Αβραμόπουλος, ο Θοδωρής Μπαντούνας και δύο αδέλφια Ζηραίοι (του Σον) που ο ένας έπεσε ως ήρωας στον τετραήμερο αγώνα της ένδοξης μάχης.
Οι Ιταλοί με το που έφτασαν στο χωριό μας χτύπησαν την καμπάνα και μάζεψαν όλο τον κόσμο στην πλατεία. Κρατούσαν μια κατάσταση (λίστα) την οποία είχε συντάξει κάποιος δικός μας ρουφιάνος. Αυτή η κατάρα δεν λείπει και από τις μικρές κοινωνίες, τον οποίο δεν γνωρίζουμε για να τον «στολίσουμε» δεόντως.
Ήθελαν τότε οι Ιταλοί να μαζέψουν όλα τα όπλα που υπήρχαν στο χωριό. Φώναζαν το όνομα από την κατάσταση που κρατούσε ο διερμηνέας και έλεγαν στον κάθε έναν «φέρε το όπλο» αφού παράλληλα τον χτυπούσαν με το κοντομπάστουνο όπου τον έβρισκαν.
Ανατριχιαστική είναι η ιστορία από τα δύο παιδιά του Καλιγάρη. Τα αδέλφια Νικόλαος (Τσαπής) και ο Θύμιος Καννελακόπουλος εκτός από το πολύ ξύλο που τους έριξαν, έμειναν κρεμασμένοι από το πάτερο για 24 ώρες (απέναντι από το καφενείο του Τρικόκη), προκειμένου να παραδώσουν ένα πολυβόλο το οποίο όμως δεν είχαν.
Αφηγούνται οι συγχωριανοί μας ότι τους έπαιρναν ότι ζωντανό είχαν, φαγητά ακόμα και τα άρβυλα που φορούσαν.
Ο παππούς μου ο γερο-Πλίεγκας όταν είδε αυτό που γινόταν στην πλατεία, έφυγε πίσω-πίσω από τον κήπο του Δρούβα, εξαφανίστηκε στο ρέμα αλλά δεν τόλμησε κανένας να τον προδώσει. Ο ίδιος, μετά την λήξει του πολέμου, κράτησε στο χωριό έναν νεαρό Ιταλό για να τον σώσει.
Οι Γερμανοί δεν εγκαταστάθηκαν στο χωριό μας. Πέρασαν 2-3 φορές για να σπείρουν τον φόβο και τον τρόμο. Συγκέντρωναν τους ανθρώπους στην πλατεία για να τους κατατρομοκρατήσουν και στη συνέχεια έφευγαν.
Γύρισαν όμως (μετά το 2010) και μας μετέτρεψαν σε γερμανική οικονομική επαρχία όπου εφτά χρόνια τώρα, ζούμε ξανά την γερμανική Κατοχή και την μπότα τους να πιέζει το λαιμό μας. Η μπότα του γερμανικού ευρώ επιβάλει την έναρξη του αντικατοχικού αγώνα που θα μπορούσε να εκφραστεί μέσα από μια μετωπική σύγκρουση του λαού που θα ζητάει τη λύτρωση από την οικονομική κατοχή με ένα νέο «ΟΧΙ».
Παιδιά (αγόρια) που γεννήθηκαν στο Αντρώνι το 1940-41

Τρίτη, 10 Οκτωβρίου 2017

Ξύπνα, καημένη Αναστασιά...


Το βλέπεις κείνο το βουνό πούνε ψηλά από τ' άλλα,
εκεί 'ναι πύργος γυάλινος με κρυσταλλένια τζάμια,
μέσα κοιμάται μία ξανθιά, μίας χήρας θυγατέρα,
πως νάταν να την ξύπναγα να της το πω φοβάμαι,
Ξύπνα, καημένη Αναστασιά, αμάν καημένη Αναστασιά!

Τετάρτη, 27 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΒΡΑΜΗΣ ΔΙΟΝΥΣΗΣ (1954-1985) ΜΠΑΡΜΠΟΤΑ


Πέρασαν μπόλικα χρόνια από τότε που έφυγε από τη ζωή, ένας παλιόφιλος και συμμαθητής μου στο Γυμνάσιο της Δίβρης, ο Διονύσης Αβράμης του Στεφανή και της Νικούλας, από την Μπαρμπότα. Λένε, ότι οι άνθρωποι πεθαίνουν όταν σταματήσουν να τους σκέφτονται...
Τον Διονύση τον φέρνω ταχτικά στις σκέψεις μου, μιλάω γι’ αυτόν όταν βρεθώ με συμμαθητές ή όταν συναντήσω συμπατριώτες του από τη Μπαρμπότα. Έτσι βρήκα και τη φωτογραφία του από την αείμνηστη φίλη, την Φώνη του Λυκοτόμαρου.
Από νωρίς φαινόταν ότι ο Διονύσης ήταν πολύ έξυπνο και ανήσυχο πνεύμα, ήταν εμφανές το μεγάλο ενδιαφέρον και ο ζήλος του για την τεχνολογία. Έζησα από κοντά την αγωνία του όταν πειραματιζόταν ν´ ανάψει λαμπτήρες με την κίνηση του νερού στο χωριό του.
Κατόπιν, οι δρόμοι μας χώρισαν, αραίωσαν οι συναντήσεις μας, αλλά δεν σταματήσαμε ποτέ να βλεπόμαστε. Μία από τις τελευταίες φορές που βρεθήκαμε, ήταν σε εκδρομή με τους συμμαθητές, μια Πρωτομαγιά στη Σαλαμίνα.
Πατέρας του Διονύση ήταν ο Στεφανής Αβράμης. Ο Στεφανής ήταν ιδιόρρυθμος άνθρωπος, με γνώσεις, καλοσυνάτος, ενεργός πολίτης, όπως μου εξιστόρησε μια καλή φίλη από την περιοχή. Καμάρωνε σαν «γύφτικο σκεπάρνι» και οι μισές κουβέντες του ήταν για τον Διονύση.

ΔΕΞΙΑ ΤΟΥ Ο ΝΙΚΟΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ ΚΑΙ ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΤΟΥ Ο ΚΩΣΤΑΣ ΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ Κ' ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΟΛΥΧΡΟΝΟΠΟΥΛΟΣ

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

Είναι φιλάνθρωπος ο Νίκος Μπαντούνας;


O κ. Νικόλαος Μπαντούνας επιδίδει δωρεά του για το υπερσύγχρονο χειρουργείο στον κ. Simon Woods, ιατρικό διευθυντή του Cabrini. Φώτο Κώστας Ντεβές
Ο Νίκος Μπαντούνας του Χρήστου (Πλίθα)  και της Κωνσταντίνας γεννήθηκε το 1936 στο Αντρώνι. Το παρατσούκλι του ήταν Μάστορης ή Κουραδάς. Έφτασε στην Νέα Υόρκη το 1956 με υποτροφία για το Πανεπιστήμιο Κολόμπια. Πολιτεύτηκε εκεί και τελευταία βρίσκεται ως επιχειρηματίας στη Μελβούρνη.
Φέρνουμε το θέμα στην επικαιρότητα διότι το περασμένο καλοκαίρι, στο Αντρώνι, έγινε μια συζήτηση για τις δραστηριότητες του Νίκου. Υποστηρίζαμε εμείς αυτά που είχαμε διαβάσει, ότι ο Νίκος Μπαντούνας δίνει χρήματα και κάνει δωρεές για υπερσύγχρονες μονάδες υγείας στην Αυστραλία και άλλες... για παιδιά στην Αφρική.
Δεν θα σχολιάσουμε την συζήτηση στην πλατεία και το βιογραφικό του Νίκου τώρα, θα τα αφήσουμε για άλλη στιγμή.
Είχαμε κάνει πέρυσι κάποια προσπάθεια (μέσω τρίτου) να έλθουμε σε επαφή μαζί του. Θέλαμε να του υπενθυμίσουμε ότι το χωριό του, έχει περισσότερες ανάγκες από την πλούσια Αυστραλία.
Γνωρίζουμε βέβαια, ότι θα υπάρχουν μικρές ή μεγάλες πικρίες αλλά οι φιλοσοφημένοι και μεγαλόψυχοι άνθρωποι αυτά τα ξεπερνούν, τα αφήνουν πίσω και προχωρούν μπροστά.
Κώστας Παπαντωνόπουλος

Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

"Δεν θέλω 'γώ να αγιάσω…!"


«Δεν θέλω ‘γω παράδεισο…» λέει ο λαϊκός μελωδός, πηγαίνετε εσείς.
Θέλω τα σέα μου και τα μέα μου και ύστερα βουρ για κόλαση.

Ένα ξεχασμένο παλιό δημοτικό τραγούδι σε σκοπό βαρύ τσάμικου έως αμανέ που το άκουγα στο πανηγύρι στο χωριό μου όταν ήμουν ακόμη τσορομπίλι.
Το χόρευαν άνθρωποι τσίφτες, μερακλήδες που τους άρεσαν τα όμορφα και τα ωραία όπως η χορεύτρια του πάλκου με το βαθύ ντεκολτέ, την κοντή φούστα και τις ζαρτιέρες. Η τραγουδιάρα, γυναίκα-αντικείμενο του πόθου, της ηδονής και της ανδρικής φαντασίωσης που με το λίκνισμά της, ξεσήκωνε όλο τον ανδρικό πληθυσμό.  Μπροστά στον φλεγόμενο πόθο για το θηλυκό, ο άνδρας δεν υπολόγιζε τίποτα. Ξέχναγε σύντροφο, αμαρτίες, θρησκείες, συνέπειες και αποζητούσε μόνο την ακολασία. Ο μόνος σκοπός του ήταν να σφιχταγκαλιάσει το κορμάκι της αμαρτωλής χορεύτριας.
«Μον’ θέλω το κορμάκι σου να το σφιχταγκαλιάσω…»
Δικαιολογούσε με τον στοίχο τα αμαρτωλά θαύματά του, ότι η ζωή είναι πρόσκαιρη.
«Γιατί και ‘γω να μην χαρώ τα μάτια μου πριν κλείσω...»
Σε μια άλλη εκτέλεση συμπληρώνει: « …και θα ‘ρθω στη μανούλα σου το χέρι της να πιάσω…»
Προσοχή στο βίντεο, δεν είναι για «καθώς πρέπει».  Για να μην σας το κοτσάρουμε ξερό, βάλαμε μέσα τα όργανα του διαβόλου, τους αγγέλους της κόλασης.
 Το τραγούδι θέλει να τονίσει μια από τις αδυναμίες των ανδρών που τους φέρνει κοντά στον νοητό κύκλο της ζωής, τους κάνει δηλαδή να πατάνε στην γραμμή του και κάποιες φορές να βγαίνουν και παρά έξω.
Κώστας Παπαντωνόπουλος
Πηγή