Κυριακή, 22 Απριλίου 2012

Κάστρα στην Πηνεία

ΚΑΣΤΡΟ ΤΟ ΣΤΑΜΙΡΟΝ
Estamirra – La Stamirra – Stamero – Stamiro Stamero – Canzides  

1. Γενικά
Πρόκειται περί Ηλειακού Φραγκικού κάστρου της θέσεώς του αορίστως αναφερόμενης από τις διάφορες πηγές της εποχής εκείνης. Οι χωρογραφικοί πίνακες του Hopf των κάστρων του Μορέως το αναφέρουν τρεις φορές εξ αυτών την τελευταία στα 1467 ως ερείπιο. Ο Στ. Δραγούμης, που ασχολήθηκε λεπτομερέστατα, το αναφέρει μάλλον να υπήρχε στην περιοχή κοντά στο οροπέδιο της Κάπελης δίπλα στο χωριό Σιμόπουλο και στο Σκλήβα. Στη Breve Descr. Corografica του Pacigfico σελ. 142, ο μηχανικός Alberghetti αναφέρει Stamero Canzides στην 4η περιοχή της Γαστούνης.
Το Στάμιρο φαίνεται να ήταν ένα αξιόλογο κάστρο. Από στατιστική του 1316 μ.Χ. αναφέρεται ότι ήταν δυναμικό και παράλληλα ισοδύναμο με τα δυο άλλα παραθαλάσσια κάστρα, του Χλεμουτσίου και του Ποντικόκαστρου Κατακώλου.

Ο δε Γεώργιος Παπανδρέου το αναφέρει στην θέση Χατζή με Φράγκικα ερείπια, απέχει περίπου μια ώρα δυτικά του χωριού Σιμόπουλο, που εκεί μάλλον πρέπει να ήταν η θέση, του περιώνυμου Κάστρου Στάμιρον.

2. Περιγραφή
Στην δεξιά όχθη του Πηνειακού Λάδωνα[1] και βορειοανατολικά από το την Αρχαία Εφύρα και μεταξύ οικισμού Μουσουλί, Πιρί, Χατζήδες, Καραλή, Σιμόπουλο, Λαγανά και Οινόης (Κούλουγλι), υπάρχει ένας λοφίσκος με υψόμετρο περίπου στα 69 μέτρα από την κοίτη του ποταμού, που μοιάζει σαν την Ακρόπολη των Αθηνών. Ο λόφος αυτός και δεσπόζει της πέριξ πεδιάδας και του ιδίως του παραπόταμου του Πηνειού ποταμού, του Σελληέντα ή Πηνειακού Λάδωνα ή Λαγανέϊκου. Ο λοφίσκος είναι απότομος για να τον ανέβει κανείς, το οροπέδιο που σχηματίζεται επάνω στον λόφο είναι μια έκταση περίπου δέκα στρεμμάτων. Στην βόρεια πλευρά του βρίσκονται τα ερείπια του Ναού που ήταν αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο. Σήμερα έχει αναγερθεί στο ίδιο σημείο ένας ναός, επίσης αφιερωμένος στον Άγιο Νικόλαο.
Το οροπέδιο είναι γεμάτο από συντρίμμια λίθων και κεραμιδιών, στα δε άκρα του, φαίνονται ακόμη τα λείψανα θεμελίων ασβεκτόστιστων Φραγκικών κτιρίων. Το δε τείχος του, έχει καταστραφεί ολοσχερώς και φαίνονται μόνο ελάχιστα ίχνη της θεμελίωσής του. Η είσοδος του φρουρίου, κατά πάσα πιθανότητα να ήταν προς τον Βορρά, όπου η πρόσβαση είναι ομαλότερη με προϋπάρχον  μικρό διάσελο κατεβαίνει στον χαμηλότερο λόφο, που επί τουρκοκρατίας υπήρχαν οι οικισμοί Χατζή και Καραλή. Οι οικισμοί αυτοί, σύμφωνα με τις απογραφές, πρέπει να εγκαταλείφθηκαν το έτος 1837, αφού αποτεφρώθηκαν ολοσχερώς, μετά από μια μεγάλη πυρκαγιά.
Τα πάντα πάνω στον λόφο, προδίδουν ότι υπήρχε ένας ισχυρότατος οικισμός επί Φραγκοκρατίας και ίσως και επί της β΄ τουρκοκρατίας. Κατά πληροφορίες βρεθήκανε 500 χρυσά Κωσταντινάτα, που απεικόνιζαν τον Άγιο Κωνσταντίνο και Ελένη. Στην δυτική πλευρά και κάτω από τον λόφο, υπήρχαν δυο πηγές, εκ των οποίων η μία καταπλακώθηκε από χώματα μετά από κάποια μεγάλη κατολίσθηση. Προς δε Βορειοδυτικά του λόφου, στην θέση Άγιος Αθανάσιος βρέθηκαν αρκετά χρωματιστά ψηφιδωτά. Πάντοτε λοιπόν, αυτά τα φαινόμενα προδίδουν προφανώς, πολυπληθή οικισμό αλλά και ισχυρότατο κάστρο επί Φραγκοκρατίας αλλά και επί της Αρχαιότητος. Μας είναι άγνωστο αν αυτή η περίβλεπτος θέση χρησιμοποιήθηκε από τους Έλληνες.
Κάτω από τον λόφο και προς ανατολικά στην πλευρά του ποταμού λειτουργούσαν μέχρι πρόσφατα και νερόμυλοι, που μαρτυρούν την ύπαρξη οικισμών.

3. Ιστορία
Το κάστρο χτίστηκε από τον Ιωάννη Ντε Σωντερόν Πρωτοστράτορα και Μέγα Κωντόσταυλο της Ρωμανίας, το έτος 1248 – 1250 μ.Χ. που κατά το Αραγωνικόν Χρονικόν (εδ. 119), είχε εκεί Βαρωνεία με 22 τιμάρια. Αν παραδεχθούμε ότι αυτός ήταν ο κύριός του, πέθανε άτεκνος και την γυναίκα του, την παντρεύτηκε ο περίφημος Νικόλαος ΙΙΙ Ντέ Σαΐντ Ομέρ, ο πιο ισχυρός Βαρώνος της χώρας, και επειδή κι αυτός πέθανε νέος και άτεκνος, θα πρέπει το κάστρο να περιήλθε στην οικογένεια των Ορσίνι της Κεφαλονιάς, απ’ όπου όπως αναφέραμε προήρχετο η χήρα γυναίκα του.
Έπειτα το κάστρο αυτό μνημονεύεται από τους χωρογραφικούς πίνακες του Hopf που στα 1364, το φέρνουν στα χέρια του Μισέρ Κεντηρίωνα, μαζί με την Χαλανδρίτσα και την Λυσσαρέα.
Ο Γεώργιος Φραντζής, ιστοριοδίφης – ερευνητής, γράφει ότι επί ένα και μισό αιώνα είχε αδικηθεί το Στάμιρο, αφού σ’ αυτό είχε πεθάνει η Θεοδώρα, σύζυγος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου. Συγκεκριμένα γράφει : «Και τω αυτώ έτει εν μίνι Νοεμβρίου η Βασίλισσα Κυρία Θεοδώρα ευρισκόμενη εις Στάμιρον απέθανεν καταλείψασαν λύπην πολλήν εις τε τον άνδρα αυτής … και πάντας ημάς». Ετάφη δε σε μια από τις εκκλησίες της Γλαρέντζας (Κυλλήνης) και μετά όταν έγινε ανακομιδή των λειψάνων της ετάφη στη ζωοδόχο Μονή του Μιστρά. Η Θεοδώρα ήταν Φράγκικης καταγωγής, βαφτίστηκε ορθόδοξη και το 1427 παντρεύτηκε τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο έξω από το χωριό Μύλους της Πάτρας. Όμως μετά από ενάμισι χρόνο γάμου και συγκεκριμένα το 1429 πέθανε από «δυστοκία» στο κάστρο Στάμιρον - Χατζή.
Έπειτα θα πρέπει να ακολούθησε την τύχη των Ναβαρέζων και των Φράγκων πριγκίπων της Αχαΐας, για να περιέλθει αργότερα στους Δεσπότες του Μιστρά (Παλαιολόγους) και στη συνέχεια στους Τούρκους. Στα 1463, το βλέπουμε στα χέρια των Ενετών για να μνημονευτεί τελευταία στους πίνακες του 1467 κατεστραμμένο. Ο Αδαμαντίου και ο Δραγούμης, γράφουν στα βιβλία τους ότι πιθανόν από το όνομα του κάστρου αυτού να προήλθε το Ελληνικό επίθετο Σταμίρης.
Σήμερα, τίποτα δε θυμίζει την αίγλη και το μεγαλείο εκείνης της εποχής. Το κάστρο λαβωμένο από την φθορά του χρόνου, εγκαταλελειμμένο και λεηλατημένο από τον ανθρώπινο παράγοντα, αργοσβήνει περιμένοντας έστω και αυτή τη στιγμή την πολιτεία να σταθεί δίπλα του, αναδεικνύοντας την ιστορική του αξία και συμβολή στην πολιτισμική εξέλιξη του τόπου και της ευρύτερης περιοχής.

(- «Η Ηλεία δια μέσου των Αιώνων», Γεωργίου Παπανδρέου Δ. Φ. Γυμνασιάρχου, έκδοση Ν. Ε. Λ. Ε. Ηλείας ~ Ηλειακή βιβλιοθήκη, έκδοση περιοδικού «Εκ Παραδρομής», σελίδα 100, Λεχαινά 1990.
- «Τα Μεσαιωνικά Κάστρα του Μοριά», Ιωάννου Θ. Σφηκόπουλου, σελίδα 285, Αθήνα 1987).

ΚΑΣΤΡΟ ΑΝΑΖΗΡΙ ΠΗΝΕΙΑΣ
Το κάστρο, κατά την προφορική παράδοση, βρισκόταν στο δυτικό άκρο του στενόμακρου λόφου Ράχη, ή Αναζήρι, ή Σωρού, που ξεδιπλώνεται δυτικά από το χωριό Πρινάρι (Καραγκιούζι) και καταλήγει το ανατολικό του μέρος, στο χωριό Ροδιά (Νιοχώρι) και τα δύο χωριά του πρώην δήμου Πηνείας. Στο δυτικό άκρο και σε πανοραμική θέση βρισκόταν κάστρο, χωρίς να γνωρίζουμε πότε και από ποιους κατασκευάστηκε. Τ’ απομεινάρια του κάστρου χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερση, του επί τουρκοκρατίας, στη θέση αυτή χωριού Αναζήρι. Δυτικά του κάστρου και στο χωριό Ακροποταμιά (Μπέχρου) έχουν βρεθεί ίχνη αρχαίου οικισμού και νεκροταφείου. Περιφερειακά από το κάστρο υπήρχαν αρκετοί οικισμοί[2], όπως, Καραγκιούζι, Καρακασίμι, Καρυά, Μαύρη, Βαρβαρίνα, Γερου- Πέτρου, Μπέχρου, Πέλπη, Λαγανά, Ντάρα, Λουκάς, Οσμάν Αλή και Σινούζι.
Βόρεια του κάστρου και επάνω στον λόφο υπάρχουν ακόμη και σήμερα δυο πηγές αλλά και ένα μεγάλο σπήλαιο ανεξερεύνητο.

Τ’ ΑΝΑΖΗΡΙ
Λάμπουν τα κάστρα τα βαριά,
λάμπει και τ’ Αναζήρι.
Ούλα τρανά και δυνατά,
κι ούλα αντρειωμένα
και τ’ Αναζήρι το φτωχό
οχτώ γαλάρια τόπος.

Από την Ιερά Μονή Σκαφιδιάς, σ’ ένα έντυπο των αρχών του ΙΗ΄αιώνα επιγραφόμενο Αρχιερατικόν στο φύλλο 59[3] (verso) σημειούται:
«Ετούτο το παρόν Αρχιερατικόν, υπάρχει εμού του ταπεινού και αμαρτωλού Πανάγου, από Αναζήρι. Όποιος το πάρει να με μνημονεύη, ειτεμή να είναι αφορεσμένος παρά της ομοουσ[ίου] Τριάδος».
Τούτη η σημείωση είναι γραμμένη από αδέξιο χέρι, που μόλις γνωρίζει να γράφει, γνωρίζει όμως να διατυπώνει με σαφήνεια και απλότητα τα διανοήματά του. Είναι παπάς Ναζηριώτης, δηλαδή από το Αναζήρι, οικισμό του Δήμου Πηνειΐων με 56 κατοίκους κατά την απογραφή του πληθυσμού της Ελλάδας του 1889.

(«Ηλειακά», Ντίνος Δ. Ψυχογιός, τριμηνιαίο λαογραφικό ιστορικό γλωσσικό περιοδικό Ηλείας, Λεχαινά, έτος 1959, τεύχος ΙΖ΄, σελίδα 510).

ΚΑΣΤΡΟ ΓΟΥΛΑ
Δυτικά της Εφύρας (Ντελή- Μπαλή) και ανατολικά της Δαφνιώτισσας (Μουζίκα) υψώνεται μια βραχώδη οροσειρά και επάνω στο οροπέδιό της δηλαδή στο πλάτωμα υπήρχε το θρυλικό κάστρο και οικισμός του Γουλάς. Για αυτό το περιβόητο κάστρο έχουν ειπωθεί, θρυλούνται και λέγονται πολλά από παλαιοτέρους. Το πλάτωμα επάνω σήμερα αποτελείται από ένα μέρος δασικής έκτασης που ανήκει στη περιοχή Εφύρας και το μεσημβρινό μέρος καλλιεργημένη έκταση ανήκει σε κατοίκους Δαφνιώτισσας. Σήμερα δεν υπάρχει τίποτε που να φανερώνει ότι εκεί υπήρχε οικισμός[4], πλην ορισμένα πετρωτά της Εκκλησίας της Αγίας Παρασκευής.
Όλες οι αφηγήσεις διαφέρουν και δεν μπορεί κανείς να δώσει μια ερμηνεία το πότε υπήρχε ο οικισμός, που μέχρι το έτος 1945 υπήρχαν ευδιάκριτα θεμέλια οικοδομών, κάθε γέρος είχε τη δικιά του εξήγηση και αφήγηση, για το παραμυθένιο εκείνο κάστρο με τον οικισμό. Τον περιγράφω ως παραμυθένιο γιατί απ’ όλα όσα θα αναφέρω περί του εν λόγω, ασφαλώς και μοιάζουν ως ένα παραμύθι.
Τα τετρακόσια χρόνια της σκλαβιάς οι σκλαβωμένοι Έλληνες, είχαν κατοικήσει σε οροπέδια και απόρθητα μέρη, ώστε να απολαμβάνουν έστω και μερική ελευθερία δράσεως. Μεταξύ των άλλων είχαν κατοικήσει στο μεσημβρινό κομμάτι του οροπεδίου, που παρείχε πλεονεκτική θέση ασφαλείας, που δύσκολα μπορούσαν να το καταπατήσουν οι κατακτητές. Η φυσιολογική και γεωγραφική μορφολογία των δυσπρόσιτων βράχων, που έχουν απότομες και κάθετες, πλανισμένες πλαγιές, παρείχαν ασφαλή περιφρούρηση και άμυνα, που πολλές φορές με όπλο τις πέτρες και το δυσπρόσιτο σκαλί τους επιτεθέντας τους ανέμενε το χάος του γκρεμού.
Από πολύ ηλικιωμένους άνδρες και γυναίκες, έχουν διαφυλαχτεί στη μνήμη τους ιστορίες και περιπέτειες ατομικές και εθνικές, πλούσιες από σοφία και αισθήματα.
Όπως αναφέρει η παράδοση, το κάστρο Γουλάς που χάθηκε στο πέρασμα των δύο τελευταίων αιώνων ήταν σαν θρόνος γαντζωμένος σαν αετοφωλιά πάνω στον ομώνυμο βράχο, που σήμερα είναι δασοσκεπής. Απέχει τρία χιλιόμετρα περίπου από την Εφύρα.
Η θέση είναι πανοραμική και μεγαλόπρεπη. Βλέπει στα δυτικά τη θάλασσα, που γυαλίζει σαν καθρέφτης. Στα βόρεια ανατολικά σχεδόν, όλη την Πηνεία και στο βάθος, το Σανταμεριάνικο βουνό, τον Ερύμανθο και το μοναστήρι της Μονής Νοτενών στην δυτική πλευρά του Ωλονού. Στα νότια το Περιστέρι, και τα Κορδονουρέϊκα, που είναι πνιγμένα στο πράσινο. Ανατολικά κυλάει προς την κοιλάδα το Κλεισουρέϊκο λαγκάδι.
Απ’ όλα τα χαλάσματα ευδιάκριτη είναι η γκρεμισμένη εκκλησία, που ήταν αφιερωμένη στην Αγία Παρασκευή. Πουθενά δεν βρέθηκε ημερομηνία κατασκευής ή ότι δήποτε άλλο που να μας προδίδει .
και θρυλούνται και θρυλούνται Το πλάτωμα με τα ερειπωμένα σπίτια, θα έχει έκταση 6-7 στρέμματα και περιβάλλεται από ένα γκρεμό από τρία σημεία του ορίζοντα, βάθους 200 μ. περίπου και μόνο από την πλευρά της Κλεισούρας, υπάρχει το σκαλί, που είναι βατό. Το σκαλί, όταν φυλάσσεται είναι αδύνατο να το ανεβεί κάποιος και να το πολιορκήσει[5], αφού και μόνο με πέτρες, μπορεί κάποιος να το προστατεύσουν άνετα.
Γύρω του κάστρου είχαν αναπτυχθεί αρκετοί οικισμοί, όπως ο Ζάμπακας[6] (σημ. ερημωμένος οικισμός), Κλεισούρα[7] (σημ. ερημωμένος οικισμός), Εφύρα (Ντελή-μπαλή), Μουσουλί[8] (σημ. ερημωμένος οικισμός), Πυρί (σημ. οικισμός Εφύρας), Δαφνιώτισσα (Μουζίκα), Κεραμιδιά (Μπεζαΐτι), Περιστέρι, (Μπεσερέ) και Αυγή (Κάτου Λουκάβιτσα).
Κατά την παράδοση, λέγεται ότι το κάστρο Γουλάς, ήταν δυσκολοπάτητο για τους εκάστοτε επιδρομείς και ότι οι αμυνόμενοι μ’ ελαφρύ ντουφέκι μπορούσαν να το κρατήσουν απόρθητο.
Κάποτε πάντοτε σύμφωνα με ότι θρυλείται, αναφέρεται ότι οι Τούρκοι, ξεκίνησαν από τον κάμπο της Γαστούνης για να το κυριεύσουν. Μια μεγάλη κολώνα, κίνησε από τη Γαστούνη, πέρασε στα υψώματα της Παλιόπολης (σημ. Ήλιδας), και Παλιοντάμιζας και από εκεί κατευθύνθηκε προς τον Γουλά.
Οι κάτοικοι και οι υπερασπιστές του Γουλά, μόλις τους έδωσαν σήμα οι βάρδιες της Παλιοντάμιζας ότι έρχονται Τούρκοι, συνάχθηκαν επάνω στο κάστρο για να τους αντιμετωπίσουν. Όταν οι προφυλακές των Τούρκων, έφτασαν στον Γουλά, θρυλείται ότι συνέβη κάτι το παράδοξο! Όπως αναφέρει η παράδοση, τρεις γυναίκες από το Γουλά, έπειτα από μια απλή ενέργεια, πέταξαν μια πέτρα και χτύπησαν τον πρώτο εχθρό.
Τότε εκείνος γύρισε και σκότωσε το δεύτερο. Μετά ο τρίτος τον τέταρτο ο τέταρτος τον πέμπτο κ.ο.κ. Μόλις οι άνδρες του Γουλά αντιλήφθηκαν τι συμβαίνει, βγήκαν από το κάστρο και κυνήγησαν το τούρκικο ασκέρι, φθάνοντας μέχρι πιο κάτω από την Παλαιόπολη στο σημερινό χωριό Σώστη. Εκεί φοβούμενοι πλέον να πλησιάσουν κοντά στην Γαστούνη, για να μην πέσουν σε καμιά παγίδα, έστριψαν και γύρισαν στον Γουλά. Όσοι Τούρκοι κατάφεραν και γλίτωσαν, όταν σταμάτησε η καταδίωξη τους, και επειδή εκεί διασώθηκαν, σε ανάμνηση της διάσωσής των, την τοποθεσία την ονόμασαν Σώστη. Ένα δίστιχο που κατόρθωσα να διασώσω αναφέρεται στο περιώνυμο Κάστρο του Γουλά.
Μέσα στου Γουλά τ’ αλώνι
λάλα του πουλί κι’ αηδόνι.

ΠΑΛΑΙΟΠΥΡΓΟΣ ή ΠΑΛΑΙΟΠΥΡΓΟΣ
Δίπλα και βορειοανατολικά του χωριού Οινόη (Κούλουγλι), υψώνεται ένας μικρός απότομος λοφίσκος, βατός μόνον από την δυτική του πλευρά. Ο λόφος υψώνεται περί τα 60 μέτρα από την κοίτη του Πηνειακού Λάδωνα ή Λαγανέϊκου, ο οποίος σήμερα ονομάζεται Παλαιόπυργος. Στην απογραφή του GRIMANI του 1700, που περιλαμβάνει στο πίνακα απογραφής οικισμών,  αναφέρεται και το Arvanocastro – Αρβανόκαστρο, πιθανόν Παλαιόκαστρο, ή Παλαιόπυργος. Ο GRIMANI στον πίνακα της απογραφής του, τοποθετεί  το Αρβανόκαστρο ανάμεσα στον οικισμό Μουζάκι και στον οικισμό Κούλουγλι.
Ο λόφος προδίδει ότι εκεί πρέπει να υπήρχε κάποια αρχαία Ακρόπολη, διότι στην κορυφή του υπάρχει ένα ελαφρώς κυρτό οροπέδιο έκτασης περίπου δέκα στρεμμάτων. Σώζονται ακόμη μέχρι σήμερα οικοδομικά θεμέλια με λίγους λίθους. Η καταστροφή και η σύληση επήλθαν ένεκα της αποκομιδής των οικοδομικών λίθων από τους εκάστοτε κτίστες και από τους κατοίκους των γύρω χωριών, για την οικοδόμηση των οικιών τους. Επίσης στο οροπέδιο βρίσκονται διάσπαρτα συντρίμμια από πλίνθους και κεραμίδια. Μόνον στην ανατολική πλευρά του λόφου σώζεται μια επιχρισμένη ασβεστόκτιστη δεξαμενή. Πέραν από τα κατεστραμμένα κτίρια που υπάρχουν στον λόφο, στην βόρεια πλευρά του δίπλα στον Πηνειακό Λάδωνα στην θέση Κοτρώνι, ακριβώς δίπλα στο Κουλουγλέϊκο πηγάδι, βρίσκονται ακόμη τα ίχνη αρχαίας κατοικίας. Τα ίχνη της αρχαίας κατοικίας ομοιάζουν ωσάν αυτά της Αρχαίας Ήλιδας και της Ρωμαϊκής εποχής. Επίσης υπάρχουν και λείψανα οικοδομήματος από πλίνθους, ασβέστη και λίθους αναμιγμένα που πιθανολογείται να ήταν κτίσματα της Φραγκικής εποχής. Αυτά τα ίχνη διαπιστώνουν την ακριβή θέση που έδωσε ο Στράβων για την αρχαία Βοινόα (Οινόη). Το όνομά της δείχνει την αφθονία αμπελώνων, οι οποίες ήσαν πέριξ του Παλαιόπυργου και προς την κοιλάδα του Πηνειακού Λάδωνα.


[1] ΚΑΤΑΣΤΙΧΟ ΤΙΜΑΡΙΩΝ Β.Δ. ΠΕΛΟΠΟΝΝΗΣΟΥ, 1461/ 1463 Σόφια, Εθνική Βιβλιοθήκη «ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΙΟΣ»
Κατά την απογραφή των οικισμών και του πληθυσμού της Πελοποννήσου κατά τα έτη 1461 – 1463 ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος στο βιβλίο του «Πληθυσμοί και οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος – 18ος αιώνας» μας δίνει πληροφορίες και για τους κατοίκους της Πηνείας.

Σημείωση:
(α) = Χαρακτηρισμός και αύξων αριθμός τιμαρίων (Τ) ή ζιαμέτ (Ζ)
(β) = Αύξων αριθμός χωριών ή mezraa.
(γ) = Εθνικότης κατοίκων: .Με το Α = Αλβανοί, Ε = Έλληνες. Με το γράμμα Μ σημειώνονται οι αγροτικές εκτάσεις (mezraa).
(γ) = εθνικότης κατοίκων.
(δ) = όνομα χωριού.
(ε) = έγγαμοι.
(ς) = άγαμοι.
(ζ) = χήρες.
(η) = σύνολο.
(θ) = τιμαριωτικό εισόδημα κατά χωριό.
(ι) = Τιμαριωτικό εισόδημα κατά τιμάριο ή ζιαμέτ.

(α)      (β)        (γ)           (δ)                                 (ε)        (ς)      (ζ)            (η)            (θ)
Τ36   176         Α       Μουσουλί                           6            2       -            19             452
Τ34   161         Α       Σιμόπουλο                         12 -       4            16             766
Τ34   163         Α       Σκλήβα                             17            -       1             18            1102
Τ35   171          Ε Stamiro 40 2       2            44          5.172

Κατά τον ΙΖ΄ αιώνα Μ. Χουλιαράκης σύμφωνα με κάποιον Ενετό αναφέρει ότι η επαρχία Γαστούνης είχε 171 κατοικημένες πόλεις, 44 αφανισμένες, 16 Μοναστήρια, 4.079 οικογένειες με 16.847 ψυχές.
Ο καζάς της Γαστούνης όπου ανήκε και η Πηνεία την εποχή εκείνη είχε 162 χωριά με 14.097 κατοίκους. Επίσης είχε 16 μοναστήρια με 127 μοναχούς και μοναχές.

Στη Βενετική απογραφή του GRIMANI του 1700, που περιλαμβάνει στο πίνακα απογραφής οικισμών,  όσων αναφέρονται πέριξ των κάστρων).

Πίνακας  του GRIMANI

(χωριό)                            (Οικογένειες)          (κάτοικοι)
Lucca – Λουκά                             31                    124
Burlanba – Μπαρλαμπά  Οινόης    10                      33
Boghro – Μπέχρο: *Ακροποταμιά
Laganna – Λαγανά                         13                       29
Musulli – Μουσούλι                        7                       26
Arvanocastro – Αρβανόκαστρο
(πιθανόν Παλαιόκαστρο) ή το Κολοσκόπι που βρισκόταν στην Ακρόπολη της Αρχαίας Ήλιδας.                     5                      19
Calugli – Κούλογλι: *Οινόη             10                      25
Canzides – Χατζήδες / Χατζή        10                      25
Σκλίβα                                           9                       46
Σιμόπουλου                                   11                       33
*Αγ. Νικόλαος
Pirri - Πιρί                                   14                      31
Clisura – Κλεισούρα                        23                      64
Dafniotisa – Δαφνιώτισσα                             10                         37
Caraglides – Καραλήδες / Καραλή                      6                       18
Corrunna – Κουρούνα Οινόης                               6                      20
Μούρτιζα                                                          5                       21
Carachiusi – Καραγκιούση: Πρινάριον                 8                        29
Gerro Petro – Γερο-Πέτρου:* Βαρβαρίνα             7                       26
Βαρβαρίνα
Κάστρον ίσως το κάστρο Αναζήρι
Caries – Καρυές / Καρυά

(«Πληθυσμός και Οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος - 18ος αιώνας», Βασίλη Παναγιωτόπουλου, Αθήνα 1985).
[2] Με Διάταγμα της 17/9/1926 Ν.Δ. ¨Περί μετονομασίας κοινοτήτων και συνοικισμών, έχουμε και στην Πηνεία της εξής μετονομασίες.
Σινούζι σε Άγναντα, Τατάραλι σε Ανθώνα, Καραγκιούζι σε Πρινάρι….
Επίσης με διάφορα διατάγματα αλλάζουν ονομασίες και τα χωριά:
….το Γενή- Τζαμί σε Ωραία, το Μπέχρου σε Ακροποταμιά, το Χατζή σε Άγιος Νικόλαος και το Νεοχώρι σε Ροδιά. 
Την 9/6/1933 ο οικισμός Νεοχώριον της κοινότητας Λουκά αναγνωρίζεται σε ιδία ομώνυμη κοινότητα και ενούται σε αυτήν και ο οικισμός Μπέχρου αποσπώμενος από την κοινότητα Λουκά.
ΠΡΟΣΑΡΤΗΣΕΙΣ ΟΙΚΙΣΜΩΝ ΣΕ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ
Με Β.Δ. της 20/1/1916 προσαρτώνται οι κατωτέρω οικισμοί σε κοινότητες: Μπέχρου της κοιν. Δελήμπαλη στην κοιν. Λουκά. Το Χατζή και Πυρί που δεν ανήκαν σε καμία κοινότητα προσαρτώνται στην κοινότητα Δελήμπαλη.
Με Δ. ΤΗΣ 31/1/1934 ο οικισμός Χατζή της κοινότητας Εφύρας προσαρτάται στην κοιν. Σιμοπούλου.

ΝΕΟΙ ΚΑΙ ΕΞΑΦΑΝΙΣΘΕΝΤΕΣ ΟΙΚΙΣΜΟΙ
(Α΄ 1951 – 1961)
Βάσει της απογραφής του πληθυσμού της 19/3/1961 έχουμε τις κατωτέρω οικιστικές μεταβολές:
Κοινότης Οινόης: Ζάμπακας διαγράφεται των αυτοτελών οικισμών διότι δεν πληρεί τους όρους. Το 1959 οι οικισμοί Αναζήρι, Γερου- Πέτρου και Νιοχώρι συνενώθηκαν και δημιουργήθηκε ο οικισμός Ροδιά.
[3] Ο πλήρης τίτλος του βιβλίου διαστάσεων 0,27Χ0,178μ είναι: ΑΡΧΙΕΡΑΤΙΚΟΝ, περιέχον τας θείας και ιεράς λειτουργίας Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Βασιλείου του Μεγάλου και Γρηγορίου του Διαλάγου, ήτοι των προηγιασμένων, έτι δε και τας τάξεις πασών των χειροτονιών, μετά τινών, αναγκαίων ευχών. Εκδοθέν ήδη εις χρήσιν των Αρχιερέων επιμελεία και αναλώμασι του Πανεριωτάτου Μητροπολίτου Νύσσης κυρίου Μητροφάνους. Ενετίησιν ΑΨΙΔ΄ παρά Αντωνίω Βόρτολι. 1714. (superiorum Permissu, ac. Privilegio). Γρηγόριος ο Διάλαγος, είναι ο Πάπας Γρήγοριος ο Α΄(590-604). 
[4] Όπως μου αφηγήθηκε πριν από πολλά χρόνια κάτοικος του χωριού Δαφνιώτισσα, μου ανέφερε ότι μετά την Γερμανική Κατοχή, στο χώρο του Γουλά κατασκεύαζε μαζί με τον πατέρα του κάποια καλύβα για τα να σταβλίσουν τα πρόβατα. Καθώς τρυπούσαν το έδαφος για να στερεώσουν κεντρικό στύλο, βρήκαν ένα κιβώτιο, (χωρίς να μου διευκρινίσει από τι υλικό ήταν κατασκευασμένο), γεμάτο με διάφορα χαρτιά που δεν ήξερε τι έγραφαν διότι δεν γνώριζε την γραφή και μάλιστα μου ανέφερε ότι αυτά εύκολα καταστράφησαν, όταν τα έπιασε στα χέρια του.
[5] Η τακτική αντιμετώπισης των επιδρομέων στα μικρά κάστρα κατά την τουρκοκρατία, ήταν η απλή μέθοδος των βράχων και των μελισσών. Τους βράχους τους πετούσαν επάνω στους επιτιθέμενους και τους θανάτωναν ή τραυμάτιζαν. Ενώ με τις μέλισσες, όταν δέχονταν επίθεση πετούσαν τα κουβέλια (κηρήθρες) κάτω από τον βράχο και αυτές έσπαζαν και οι μέλισσες αφηνιασμένες πλέον επιτίθεντο στους ανθρώπους κατά ομάδες και με το κεντρί τους αποδυνάμωναν τους επιτιθέμενους.
[6] Ζάμπακα: είναι ονομασία Τουρκική,  πιθανόν από το φυτό νάρκισσος που έχει μεθυστική ευωδιά, λέξη από το ZAMBAG (λεξικό, Μπαμπινιώτη σελ. 708) και ίσως από το βύθισμα μεταξύ των δύο καθέτων βράχων, Άσπρου και Γουλά.
[7] Ένα σοβαρότατο επεισόδιο, που εκτυλίχθηκε στον οικισμό Κλεισούρα (σήμερα εγκαταλειμμένος οικισμός), ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα της απόφασης των ντόπιων, να πάρουν τ’ άρματα και να δημιουργήσουν επαναστατικά στρατόπεδα στην Πηνεία. Στις 18 Φλεβάρη του 1821, ο Σπαχής του χωριού Καράτουλα, μαζί με τον μεντζίλη και τον μουκατελεντζή και με μια ομάδα Λαλαίων Τουρκαλβανών, κατέφθασαν στον οικισμό για να μαζέψουν τους προκαθορισμένους φόρους.
Όταν έφθασαν στα πρώτα σπίτια, ο σπαχής, που είχε διδόμενα με τον Μήτσο τον Γαλανάκο, άφησε την συνοδεία του και κατευθύνθηκε στο σπίτι του. Εκεί βρήκε την γυναίκα του, την Χαρλάμω να φουρνίζει ψωμί. Την ρώτησε για τον Μήτσο και εκείνη του απάντησε, να πάει στον Διάβολο και να τους αφήσει ήσυχους. Αυτός τραβάει το γιαταγάνι του, και την απειλεί ότι θα της κόψει το κεφάλι. Χωρίς δισταγμό και χωρίς να χάσει χρόνο η Χαρλάμω, άρπαξε ένα αναμμένο δαυλί, από τον φούρνο και τον απείλησε λέγοντας;
- Πάνε ευτούνα που ’ξερες τσογλάνι, μάζευτα και μην ξανασώσεις να διαβείς εδώ.
Ο σπαχής, έβγαλε την πιστόλα του και την σημάδεψε στο κεφάλι. Όμως δεν πρόλαβε να τραβήξει την σκανδάλη, γιατί όση ώρα μιλούσαν, το παιδί της ο Γιώργας, μόλις δεκάξι ετών, πλησίασε κρυφά από πίσω και έμπηξε το μαχαίρι του, στη νεφραμιά και τον άφησε νεκρό.
Οι συνοδοί της φρουράς του φοροεισπράκτορα, μόλις πληροφορήθηκαν τα άσχημα νέα για τον άνθρωπό τους, κατέφθασαν στο σπίτι του Μήτσου Γαλανάκου και το πολιορκούσαν καλώντας τους Γαλανακαίους να παραδοθούν. Η ώρα περνούσε και οι Γαλανακαίοι δεν ξεμύτιζαν από το σπίτι. Σε κάποια στιγμή, ακουστήκαν πολλές τουφεκιές τριγύρω από το σπίτι.
Είχαν καταφθάσει καμιά δεκαριά φίλοι του Μήτσου, από του Μουζίκα με τον Αγγελάκη Μανέτα και υπό την αρχηγία των Κουλουγλαίων, του Χρήστου Τζούμα και του Θοδωρή Μηλιώνη ή Σάρακα και περικύκλωσαν τους Τούρκους. Σημειωτέον ότι αυτοί παρακολουθούσαν από μακριά τις κινήσεις του σπαχή. Μόλις πλησίασαν στο σπίτι, σκότωσαν δύο από αυτούς και τραυμάτισαν τον φοροεισπράκτορα. Ο Σάρακας, είχε διδόμενα με τον φοροεισπράκτορα, διότι θεωρούσε ότι ήταν ο υπαίτιος του ξεκληρίσματος της οικογένειας του, από το 1818 στο Κούλουγλι. Οι εναπομείναντες Τούρκοι που ξέφυγαν, έφθασαν στο Καράτουλα. Εκεί αποφασίστηκε να καλέσουν τους Λαλαίους, να συνδράμουν και να ξεπουντουλώσουν τα χωριά, Κούλουγλι, Κλεισούρα, Μουζίκα και Λουκάβιτσες.

(Αφήγηση επεισοδίου, πατήρ Πατσούρης Χρήστος, από το χωριό Λαγανά Πηνείας).
[8] Μουσουλί, σημαίνει τόπος εξουσίας.
Πηγή: www.antroni.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: