Παρασκευή, 24 Φεβρουαρίου 2012

Αποκριάτικα τραγούδια

ΣΑΤΥΡΙΚΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ
ΣΚΩΠΤΙΚΑ (ΤΩΝ ΑΠΟΚΡΕΩ)

Περάσανε οι αποκριές, με γλέντια και τραγούδια
ήρθε κι η Σαρακοστή, μ’ ελιές και με φασούλια.
Κι’ ακούτε τι παρήγγειλε, η καθαροδευτέρα.
- Πέθανε ο κρέας πέθανε, κι εψόφησε ο τύρος,
σήκωσ’ ο πράσος την ουρά κι ο κρέμμυδας τα γένια.
Κι η βρούβα η παλιόβρουβα, με τα χορτάρια τ’ άλλα
με χάρη αναμένουνε να πέσουν στην τσουκάλα.
Τρουχάτε τα μαχαίρια σας κι αρπάχτε τα σακούλια
και στους μπαξέδες τρέξετε, να μάστε τα μαρούλια.
Κι όποιος αντέξει, τη συμφορά, χωρίς κρέας να φάει
θ’ αφήσει το κορμάκι του, στον διάβολο να πάει.
Τ’ άκουσε κι ένας μπεκρής, κι’ ένας κρεατοφάγος
τάχα δεν βρήκανε ούτε λάχανο, δεν τ’ άφησε ο πάγος.
Το ’μαθε κι ένας παπάς που κάνανε τέτοια αμαρτία
και τους διπλοπαρήγγειλε, μην παν στην εκκλησία.
***

Η ΧΗΡΑ
Μες της χή- τσάγκα και τσίγκα στο ’πα μια φορά, δεν κάνουν τ’ άχερα με την φωτιά.
Μες της χήρας το κρεβάτι, μες της χήρας το κρεβάτι, εφωλιάσανε δυο γάτοι.
Ένας μα- τσάγκα και τσίγκα στο ’πα μια φορά, δεν κάνουν τ’ άχερα με την φωτιά.
Ένας μαύρος κι ένας λιάρος, ένας μαύρος κι ένας λιάρος, ο παπάς κι ο κουμπάρος.
Πάει κι η χη-  τσάγκα και τσίγκα στο ’πα μια φορά, δεν κάνουν τ’ άχερα με την φωτιά.
Πάει κι η χήρα να ξαπλώσει, πάει κι η χήρα να ξαπλώσει, το κορμάκι της να ντώσει.
Βρίσκει τη- τσάγκα και τσίγκα στό ’πα μια φορά, δεν κάνουν τ’ άχερα με την φωτιά.
Βρίσκει τη φωλιά ζεστή, βρίσκει τη φωλιά ζεστή και την λάμπα της σβηστή.
Αχ! Θεέ- τσάγκα και τσίγκα σας το ’λεγα παιδιά, πήρανε τ’ άχερα φωτιά.
Αχ! Θεούλη μου να μην σώσει, αχ! Θεούλη μου να μην σώσει, η αυγή μη ξημερώσει.

(Συλλογή καταγραφή Ηλίας Τουτούνης (Φλεβάρης 1979)
***

(ΚΛΕΦΤΕΣ ΜΠΗΚΑΝ ΣΤΟ ΜΑΝΤΡΙ)
Κλέφτες μπήκαν στο μαντρί, απ’ εδώ κι απ’ εκεί
μέσα σε μια βραδιά, κλέψαν’ όλα τα τραγιά
μας τα πήρανε και πάνε, για την Μποκοβίνα τραβάνε.
Άλλοι λέν’ πως ειν’ Σκιαδαίοι,κι άλλοι τάχατις Σκουραίοι,
μα τα δόλια τα τραγιά πέρασαν στη Νοτενά,
μας τα πήραν οι καλογέροι, να τους βάλουνε μαχαίρι.
Σαν το μάθαμε κάπως αργά, πήγαμε στη Νοτενά
τα τραγιά μας για να βρούμε, αλλά πώς να τους το πούμε;
Κάναμε μια κουταμάρα, και μας έπιασε τρομάρα.
Σαν τους είδαμε ζωσμένους, με πιστόλια φορτωμένους.
Κι όντες την πατήσαμε, πήγαμε και προσκυνήσαμε
Και γυρνάμε για τα μαντριά, κι ας πάνε τα τραγιά.
Μα αυτοί μπιστολίζαν, τίποτα δεν υπολογίζαν,
που μας είδανε φευγάτους, σαν τους βρεγμένους γάτους.
***
Ο ΛΑΓΟΣ
Το μάθατε τι έγινε, μωρέ, τι πήρανε τ’ αυτιά μου
αλήθεια, ψέματα ν’ ήτανε, τα ’λεγε η θειά μου.
Στο χωριό στις Ξενιές και στου παπά τις απιδιές
έτσι άκουσα προχτές, έπεσαν δυο ντουφεκιές.
Εβαρέσανε ένα λαγό, ίσαμε μ’ ένα αλογομούλαρο
τον εγδάραν οι κυνηγοί, του Λιάπη οι μπιστικοί
ο Αρτέμης και ο ο Ντίνος, τι λαγός που ’τανε εκείνος.
Ρε μοιράσανε μερίδες, να ταγίσουνε ακρίδες
και πουλήσαν το τομάρι στη Γαστούνη στο παζάρι,
και τα δυο τ’ ατιά του, τα βαλε κάτου στ’ αυτά του.
Και το πήρανε ρέμα – ρέμα πινημένοι μεσ’ το αίμα
ματάρθανε στο χωριό, να βαρέσουνε κι’ άλλο λαγό.
Μα δεν ξέρω τι λαγό, ψέματα δεν λέω εγώ!

Βασίλης Νασόπουλος Ήλιδα (Παλιόπολη δήμου Αμαλιάδας).
***

(ΕΝΑ ΓΑΪΔΑΡΟ ΣΕΛΛΩΝΑΝΕ)
Ένα γάιδαρο σελλώνανε
και διπλοκαλιγώνανε,
μες στη μέση στο χωριό
τον εφκιάνανε γαμπρό.
Ένας πιάνει την ξύστρα,
άλλος κάνει τη χωρίστρα.
Πω, πω, και πω, πω, πω!
θα γελάσει το χωριό.
Κι’ ένας γέρος με μασέλα,
του γυάλιζε τη σέλλα
κι’ η καλή του η γριά
κάνει πλεξούδα την ουρά.
Να κι ο μαύρος καμαρώνει,
στου χωριού του το αλώνι.
Μα σαν βλέπει μια γαϊδάρα,
σκούζει, βάζει μια φωνάρα.
Γκα και γκου και γκα και γκο
τι είδα ο μαύρος να σας πω:
Τη γαϊδάρα καβαλάει,
τα στολίδια παρατάει,
μια γριά ξελιγωμένη,
τι το ήθελε η καημένη.
Του γαϊδάρου τα παιγνίδια,
ήθελε κι αυτή τα ίδια.
***

(Ν’ ΑΧΑΜΝΥΝΕΙ Τ’ ΑΛΟΓΟ)
- Να αχαμνύ-, μωρέ, να αχαμνύ-, να αχαμνύνει τ’ άλογο,
να αχαμνύνει τ’ άλογο να καβά-, μωρέ, να καβά-, να καβάλαγα κι’ εγώ.
 - Κι αν αχαμνύ-, μωρέ, κι αν αχαμνύ-, κι αν αχαμνύνει και ψοφήσει,
ποιος θε να το καβαλήσει;
- Πού τσακώ-, μωρέ, πού τσακώ-, πού τσακώνονται, ρε θεια,
το πού μαλώνουν τα παιδιά;
- Στ’ αρχιδιά-, μωρέ, στ’ αρχιδιά-, στ’ αρχιδιάκου την αυλή
φονικό θε να γενεί.
- Θεια μου Νι-, μωρέ, θεια μου Νι-, θεια μου Νικολάκαινα,
το ένα μου νύ-, μωρέ, το ένα μου νύ-, το ένα μου νύχι με πονεί,
το ένα μου νύ-χι με πονεί, καν το ζερβί καν το δεξί.
- Ν’ ανάψω λες, μωρέ, ν’ ανάψω λες, ν’ ανάψω λες τη λάμπα, ή να την σβήσω, για να ’ρθώ να σε φιλήσω;
- Πού πά-, μωρέ, πού πά-, Μέγα Μεγακλή, πού πάμε, Μέγα ’μεις,
πού πάμε, Μέγα, Μέγα, ’μεις;
- Πάμε στο σπίτι, στο σπίτι μ’, να χαρείς.
Να ’μουν νύ-, μωρέ, να ’μουν νύ-, να ’μουν νύχτα στο χωριό σου,
να ’μουν νύχτα στο χωριό σου, να κοιμόμουν στο πλευρό σου.
Και να χώ-, μωρέ, και να χώ-, και να χώσω τα ποδαράκια,
και να χώσω τα ποδαράκια, μωρέ, στα δικά σου σεντονάκια.

(Το άκουσα σε γλέντι και το κατέγραψα)
***

Η ΚΡΥΦΗ
Την κρυφή σου, την ακριβή σου
που ’χεις μέσα στο βρακί σου,
πρόσεξε μη σου σκουριάσει,
τήρα τη μη σε ντροπιάσει.
Γιατ’ η ντροπή θα ’ναι μεγάλη
και σου φάει το κεφάλι
και το μάθουν οι Τραγαναίοι
κι ούλοι οι Αντραβιδαίοι.
***

Η ΛΙΓΟΥΡΑ ΤΗΣ ΠΑΠΑΔΙΑΣ
Μια παπαδιά κι αμάν- αμάν , μια παπαδιά τι να ας πω,
μια παπαδιά τι να ας πω, θέλησε να φάει λαγό.
Στέλνει τον παπά κι αμάν –αμάν, στέλνει τον παπά με βρόχια,
στέλνει τον παπά με βρόχια, στο χωράφι στα απόσκια.
Και αντίς κι αμάν –αμάν, και αντίς για το λαγό,
και αντίς για το λαγό, έπιασε σκαντζόχοιρο.
Τον φουσκώ- κι αμάν- αμάν, τον φουσκώνει, τόνε γδέρνει,
τον φουσκώνει τόνε γδέρνει και στη παπαδιά παγαίνει.
Και στιφά- κι αμάν –αμάν, και στιφάδο τόνε φτιάνει
και στιφάδο τόνε φτιάνει, μυρουδιά όμως δεν βγάνει.
Τόνε βά- κι αμάν – αμάμ τονε βάνει μες το πιάτο
τόνε βάνει μες το πιάτο του παπά πολύ γιομάτο.
Κείνος ό- κι αμάν –αμάν –κείνος ο μαύρος τι να κάνει;
κείνος ο μαύρος τι να κάνει, και με τα χαρτιά τα βάνει.
Βγάνει τα κι αμάν –αμάν, βγάνει τα χαρτιά τηράει
βγάνει τα χαρτιά τηράει, σήμερα δεν κάνει να φάει.
Και της πά- κι αμάν –αμάν, και της παπαδιάς η λιγούρα
και της παπαδιάς η λιγούρα, το γυρίζει σε μουρμούρα.
Άχ παπά κι αμάν- αμάν, άχ παπά μου θα τον φάω,
άχ παπά μου θα τον φάω, και στην κόλαση ας πάω.
Με την πρώ- κι αμάν –αμάν, με την πρώτη δοκιμή,
με την πρώτη δοκιμή, ψύλλοι μπήκανε στο αυτί.
Και με τη δε- κι αμάν –αμάν, και με τη δεύτερη, μπουκιά
και με τη δεύτερη μπουκιά, σκούζει, βρίζει τον παπά.
Κερατά κι αμάν – αμάν, κερατά τι είναι αυτό,
κερατά τι είναι αυτό, δεν μου μοιάζει για λαγό.
Ήτανε κι αμάν – αμάν, ήτανε κι αυτό γραφτό
να νηστέψουμε παπαδιά να νηστέψουμε κι οι δυο.

(Αποκριάτικο τραγούδι, Ζεύλας Νικόλαος ετών 78 από το χωριό Αγραπιδοχώρι Πηνείας)
***

(ΣΗΜΕΡΙΣ ΓΑΜΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ)
Σήμερις γάμος γίνεται, σήμερις πανηγύρι, (1).
Παντρεύεται ο Κουτσόνικας, παιδί του Κουτσαργύρη, (1),
και παίρνει την Κουτσολενιώ, τσούπα του Κουτσοσωτήρη, (1).
Σήμερις γάμος γίνεται, σήμερις πανηγύρι, (1).
Χορεύει ο Κουτσόνικας, με τον Κουτσοσωτήρη, (1).
Σήμερις γάμος γίνεται, σήμερις πανηγύρι, (1)
κι ο Κουτσαργύρης κέρναγε τον Κουτσοσωτήρη, (1).
Σαν ήπιαν και μεθύσανε, φωτιά στο μοναστήρι
και σπάστε το ποτήρι.

(1) ας πιούμ’ ένα ποτήρι.
(Σατιρικό τραγούδι, που το έλεγε ο μπάρμπα Μήτσος Θεοδωρόπουλος ή Σούτας από του Μπουρντάνου (Βουλιαγμένη) Πηνείας. Μου έλεγε ότι το τραγούδαγαν και το χόρευαν κατά την εορτή των Απόκρεω. Τον χορό αυτό τον χόρευαν παριστάνοντας όλοι τους κουτσούς. Έτσι γινόταν μεγάλο γλέντι και τα γέλια από τους συγχωριανούς τους ήταν ατελείωτα με τα φτιασίματα αυτά).
***

Η ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Κυρά μου, είσ’ αρχόντισσα, μα είσαι και ψειριάρα,
στον τόπο αυτόν που κάθεσαι, στο γυφτοκόνακό σου,
ο κόσμος ούλος τις θωρεί και τάχα εσύ δεν βλέπεις
οι ψείρες πάνε κι έρχονται στον κόρφο το δικό σου.
Απλώνεις πέντε δάχτυλα και πιάνεις δέκα ψείρες,
που είναι παχιές σαν πρόβατα, μαύρες σαν τα κοράκια.
Στο καλύβι ν-όπου κάθεσαι, πουλί να μη λαλήσει,
ποτέ αυγά να μην ιδείς κ’ η κότα σ’ ας ψοφήσει.
***
 
(ΔΥΟ ΠΑΠΑΔΕΣ, ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΒΟΛΟΙ)
Δυο παπάδες, τρεις διαόλοι,
νυχτώθηκαν σ’ ένα περιβόλι.
Τρώγανε, κλέβανε τα πράσα
και τα χώνανε στα ράσα,
κρύβανε και τα σταφύλια
κάτω απ’ τα πετραχήλια.
Τρώγανε και τ’ αγγούρια
σαν καματικά γαϊδούρια,
τρώγανε και τα πεπόνια,
για να γίνουνε καπόνια.
Γιόμισαν και δυο σακιά,
με φασούλια κλαρωτά.
Σαν επήραν την ανηφόρα,
βρήκανε κακιά την ώρα,
που είχανε βαριά σακιά
και γιομάτη την κοιλιά.

(Σατιρικό τραγούδι, που μου το είχε πει ο αείμνηστος παπά-Θόδωρος Λιακόπουλος από τη Λουκάβιτσα (Κάμπος) Πηνείας. Πολύ γλεντζές και με τα αστεία του ήταν πάντα με το γέλιο στο στόμα).
***
ΜΑΝΑ ΜΟΥ ΜΩΡΗ ΜΑΝΑ ΜΟΥ…
- Μάνα μου, μωρή μάνα μου
με πονεί το πράμα μου.
Μάνα μου το πουλί έπιασε πολύ μαλλί
Αχ, μαλλάκι κατσαρό, κατσαρό και φουντωτό.
Μάνα μου μωρή μάνα μου
πήρε φωτιά το πράμα μου.
Και με τι μάνα μου να το σβύσω
μου ’ρχεται μάνα μου να ξεψυχήσω.
***

ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΒΡΑΔΥ ΤΗΣ ΝΥΦΗΣ
Απόψε κυρά νύφη, θα παίξει ο κάνταλος,
τα δυο κουπιά του Μπάρκα κι ο παρασάνταλος.
Απόψε κυρά νύφη της πεθεράς σου ο γιος
θα μπει ξεσπαθωμένος, σαν φίλος σαν οχτρός.
Απόψε η κλειδωνιά σου με μια θα τσακιστεί.
κι η πόρτα της αυλής σου θα στέκετ’ ανοιχτή.
***

(ΠΑΠΑ ΤΑ ΣΥΧΑΡΙΚΙΑ ΜΟΥ…)
Παπά τα συχαρίκια μου, από την παπαδιά σου,
εψές την είδα στο χορό κι όλο μπροστά χορεύει
κι κόπηκε η βρακοζώνα της κι εφάνη το πουλί της.
Κι άλλοι το λένε λάγιο αρνί κι άλλοι το θρεφτάρι
κείνο δεν είναι λάγιο αρνί δεν είναι και θρεφτάρι.
Μόνο είναι η θήκη του παπά που χώνει την πιστόλα.
***

(ΤΣΟΠΑΝΑΚΟΣ ΗΜΟΥΝΑ…)
Τσοπανάκος ήμουνα
προβατάκια φύλαγα.
Κι’ είχα μια καλή κυρά
που μ’ αγάπαγε τρελά.
Μου ’φερε ψωμί στη στάνη
της σηκώνω το φουστάνι.
Μαύρος λάγαρος εφάνη
κι έβαλε να με τρελλάνη.
Πίσω μπρός της γονατίζω
την κουμπούρα μου γιομίζω.
Και της δίνω μια στα σκέλια
και λιγώθηκε απ’ τα γέλια.
***

(Ο ΓΙΑΝΝΑΡΟΣ ΑΠΟΘΑΝΕ…)
Ο Γιάνναρος απόθανε κι άφηκε διαθήκη,
να μην τον θάψουν σ’ εκκλησιά, ουδέ σε μοναστήρι.
Μόν’ να τον θάψουν σε δεντρί ν’ έχει την πούτσα απ’ όξω.
Για να περνάει ο βασιλιάς να δένει τ’ άλογό του,
για να περνάει η βασίλισσα να κάθεται από πάνω.
Πέρασαν τρεις καλογριές τρεις μαυροφορεμένες.
Η μια τον πιάνει απ’ τα μαλλιά κι η άλλη από τ’ αρχίδια
κι η τρίτη η μικρότερη του κάθεται απάνου.
***

(ΑΝΕΒΗΚΑ ΣΤΗΝ ΠΙΠΕΡΙΑ…)
Ανέβηκα στην πιπεριά
γεια και χαρά σας βρε παιδιά.
Βλέπω μια κόρη π’ άλλαζε
και την καρδιά μου σπάραζε.
Και μου λέει – μη φοβάσαι,
βάλε το χέρι σου και πιάσε.
Τήνε πιάνω στο μάγουλο
μοσχοτριαντάφυλλο.
Και μου λέει παρακάτω
απ’ το μάγουλο πιο κάτω.
Τήνε πιάνω στο λαιμό,
 σκούζει βάζει δεν βαστώ.
Και μου λέγει παρακάτω
από τον λαιμό πιο κάτω.
Τήνε πιάνω στα βυζιά
σκούζει φωνάζει δυνατά.
Και μου λέει παρακάτω
από τα βυζιά πιο κάτω.
Τήνε πιάνω από τον αφαλό
σκούζει φωνάζει δεν βαστώ
και μου λέει  - παρακάτω
απ’ τον αφαλό πιο κάτω.
Τήνε πιάνω στα γόνατα,
λιγούρες ξελιγώματα
και μου λέει παραπάνω
απ’ τα γόνατα πιο πάνω.
Σκύβω ο μαύρος τι να ιδώ!
Πηγαδάκι βαθουλό,
Γύρω – γύρω είχε βούρλα
και στη μέση μία γούρνα.
Σκύβω ο δόλιος γονατίζω
την πιστόλα μου γιομίζω
και της δίνω μια στα σκέλια
 και ξεράθηκε στα γέλια.
Της τραβάω κι ένα στον κώλο
με τρακόσια δράμια ψώλο.

(Τσιαντής Κωνσταντίνος Πάτρα 1987)
***

(ΚΙΝΗΣΑ ΝΑ ΠΑΩ ΣΤΟΝ ΜΥΛΟ…)
Κίνησα να πάω στον μύλο με την θεια μου την Βασίλω
και στα κοντοκαναλάκια πιάσαμε τα παιγνιδάκια.
Σκούντα εκείνη, σκούντα εγώ, απουκάτου αυτή κι απου πάνου εγώ.
Αχ! βρε θεια μου ν’ ήσουν ξένη τι καλά που θάλα γένει.
Κάνε παιδί μου την δουλειά σου και ’γω θα είμαι πάλι θεια σου.
Να κι ο μπάρμπας μου από πέρα, στράγκα, στρούγκα την μαχαίρα.
- Τι της κάνεις βρε της θεια σου, αχ που να καεί η καρδιά σου.
- Πόνος μπάρμπα τήνε πιάνει, την πλακώνω για να γειάνει.
- Πλάκωστη καλά παιδί μου οπού νάχεις την ευκή μου.
***

(ΜΙΑ ΓΡΙΑ ΜΟΝΟΔΟΝΤΟΥ…)
Μια γριά μονοδοντού,
άντρα γύρευε η μπεκρού.
Στο δρόμο - νο - που πηγαίνει
ένα γέρο απανταίνει.
- Γέρο μου στεφανώσου με.
- Γριά μου ξεφορτώσουμε.
Κι’ ο γέρος απ’ τον φόβο του
μπήκε μέσ’ τον φούρνο του.
Κι’ η γριά το φούρνο θα χαλάσει
και το γέρο θ’ αγκαλιάσει.
***

(ΗΡΘΑΝ ΟΙ ΓΥΦΤΟΙ ΑΠ’ ΤΟ ΤΡΑΓΑΝΟ…)
Ήρθαν οι γύφτοι απ’ το Τραγανό,
να μάθει ο Κονταλής χορό.
Κι’ ο Παντελής τ’ Αλέξη
πηδάει στο τριάντα έξι.
Κι’ ο Γιώργης του Γυαλιά
σειέται σαν δεντρογαλιά.
Κι’ ο Αλέξης του Καφετζή
τον πάει ’σια ’δω ’σια ’κει.
***

(ΣΤΟΥ ΜΕΡΜΗΓΚΑ ΤΗΝ ΠΛΑΤΗ…)
Στου μέρμηγκα την πλάτη, (μωρή Κουτσογιώργαινα, έλα τ’ απόγιομα) στης μύγας την ουρά
φορτώσανε τα γεννήματα, και πάνε στον μυλωνά,
να πάνε για ν’ αλέσουν, να φάνε τα παιδιά.
Στο μύλο του Καρπέτα, (μωρή Κουτσογιώργαινα, έλα τ’ απόγιομα) στο μύλο του παπά,
αντάμα πάει η μύγα με τον κυρ- μέρμηγκα.
Στο μυλωνά τ’ αξάι, να πάρει κι η Παναγιά
χάρβαλο, βρίσκουν τον μύλο, (μωρή Κουτσογιώργαινα, έλα τ’ απόγιομα) και τ’ αυλάκια του στεγνά
κι ο μυλωνάς στη δέση να ρίξει τα νερά.
κι η μυλωνού του λείπει, πάει για λάχανα.
Πίσω ματαγυρίσαν (μωρή Κουτσογιώργαινα, έλα τ’ απόγιομα) η μύγα με το μέρμηγκα
Τα δόλια τα παιδιά τους πλαγιάσανε νηστικά.
Μωρή Κουτσογιώργαινα, πού ήσουν τ’ απόγιομα;
***

Ο ΑΠΙΣΤΟΣ ΚΟΥΜΠΑΡΟΣ
Τούρκος βάφτιζε παιδί
αχ! Θεός να μην το δει,
Κουμπαριά με χριστιανό
κακοπόπαθις εγώ.
Κι ο παπάς ο μπιρισμένος
τι το πάλευε ο καημένος,
έδωσε στον Τούρκο λάδι
να χυνόταν το ρημάδι.
- Λέγε μου, Τούρκο το Πιστεύω.
- Αχ! ο μαύρος δεν το ξέρω.
- Κάνε Τούρκο τον σταυρό σου.
- Άντε τράβα στο καλό σου.
- Ρε παπά ρε τραγογένη,
τώρα πες μας τι θα γένει.
Βρήκες Τούρκο για νουνό
και γελάει το χωριό.
- ’Σεις εγίνατε κουμπάροι
’σεις μου φέρατε το λάδι.
Ούτε θέλω την πλερωμή
ήρθα ο μαύρος για φαΐ.

(Δρουμπούκη Αριστέα Αμαλιάδα 1993)
***

(ΕΓΩ ΚΡΑΣΙ ΔΕΝ ΕΠΙΝΑ…)
Εγώ κρασί δεν έπινα, κανάτα δεν φιλούσα.
Άλλοι το λέγανε γιατρικό, το λέγανε και μέλι.
Μα ’κει στον έρμο Μπεσερέ, θεός να σε φυλάξει
με πότισαν με μέθυσαν, μ’ κάμανε γουρούνι,
μα οι άτιμοι μου βάλανε για κολατσιό σαπούνι.
Ούτε την πόρτα έβρισκα, μα ούτε και τη στράτα
μαϊδέ κρεβάτι να κοιμηθώ, λίγο να ξεσκοτίσω
μονάχα μπότσα το κρασί, και πόρτα το βαγένι.
***

(ΣΤΟΥ ΠΑΠΑ ΜΑΣ ΤΟ ΚΟΝΑΚΙ…)
Στου παπά μας το κονάκι
θα κονέψω το βραδάκι,
σαν θα φάω και θα πιω
τραγουδάκι εγώ θα ειπώ.
Να χορέψει η παπαδιά
σα φοράδα, με τορβά,
να χορέψει κι παπάς
να γελάσει ο ντουνιάς
σα χορέψω κι εγώ
σαν τον γύφτο στο γιαλό.
***

Ο ΧΟΡΟΣ ΤΗΣ ΠΑΠΑΔΙΑΣ
Στο χωριό – μωρέ παιδιά – στο χωριό μες στην Καρυά
στο χωριό μες στην Καρυά
βαρούν νταβούλια και βιολιά.
Μπροστά χορε – μωρέ παιδιά – μπροστά, χορεύει ο μπάρμπας μου
μπροστά χορεύει ο μπάρμπας μου
πίσω κρατεί ο άντρας μου.
Και παρα πί – μωρέ παιδιά – και πάρα πίσω μια παπαδιά
και πάρα πίσω μια παπαδιά
με την μποτσόνα αγκαλιά.
Φέρνει τη φού – μωρέ παιδιά – φέρνει τη φούρλα της διπλή,
φέρνει τη φούρλα της διπλή
ξυπόλυτη μες την αυλή.
Μπαίνει και – μωρέ παιδιά – μπαίνει και ο παπάς στη μέση
μπαίνει και ο παπάς στη μέση
στο χορό του να χορέψει.
Και χορέ – μωρέ παιδιά – και χορεύει και πηδάει
και χορεύει και πηδάει
και τα ράσα του πετάει.

(Ευαγγελόπουλος Ανδρέας του Νικολάου, Άγναντα 20/10/84)
***

(ΔΥΟ ΠΑΠΑΔΕΣ ΤΡΕΙΣ ΔΙΑΒΟΛΟΙ…)
Δυο παπάδες τρεις διάολοι, νυχτώθηκαν σ’ ένα περιβόλι.
Τρώγανε, κλέβανε τα πράσα και τα χώνανε στα ράσα,
κρύβανε και τα σταφύλια κάτω απ’ τα πετραχήλια.
Τρώγανε και τ’ αγγούρια σαν καματικά γαϊδούρια
τρώγανε και τα πεπόνια για να γίνουνε καπόνια.
Γιόμισαν και δυο σακιά με φασούλια κλαρωτά.
Σαν επήραν όμως την ανηφόρα βρήκανε κακιά την ώρα,
που είχανε βαριά σακιά και γιομάτη την κοιλιά.

(Γεωργόπουλος Βασίλειος Λαγανά Πηνείας, Αμαλιάδα 12/5/1991)
***

(ΜΩΡΗ ΜΙΚΡΟΥΛΑ ΛΕΜΟΝΙΑ…)
Μωρή μικρούλα λεμονιά με τα πολλά λεμόνια,
χαμήλωσ’ τα κλωνάρια σου που κελαηδούν τ’ αηδόνια.
Αηδόνια μου, μπιρμπίλια μου, να ζείτε, μη λαλείτε.
Γιατί η αγάπη μίσεψε και πάει από το βράδυ.
Τι φταίνε τα γλυκά κρασιά, τι φταίνε τα παλικάρια.
Τι φταίνε οι Μπελεσώτισσες που βάνουν το φτιασίδι.
τιγάρ οι νιές το βάνουνε, τιγάρ οι παντρεμένες.
Το βάζει και μια παπαδιά, που χωρίζει τον παπά της
μπα τρομάρα στα μυαλά της.
Πάει και ο παπάς ξεσκούφωτος κοντά περικαλώντας:
- Κοντοκαρτέρει παπαδιά, κάτι να σε ρωτήσω.
- Σύρε, παπά, στο σπίτι σου, σύρε και στη δουλειά σου,
εγώ θα πάω να παντρευτώ να πάρω παλικάρι.
***

(ΣΠΥΡΙ ΠΙΠΕΡΙ ΕΣΠΕΡΝΑ…)
Σπυρί πιπέ – σπυρί πιπέρι έσπερνα.
Άιντε, μες της όμορφης τα χείλη, δυόσμος και το καρυοφύλλι.
Κι ανάρια –’να – κι ανάρια – ’νάρια το ’σπερνα.
Άιντε, για να μην δασοφυτρώσει και την κόρη βαλαντώσει.
Κι εκείνο δα – κι εκείνο δασοφύτρωσε.
Άιντε, κι έγινε δεντρί μεγάλο, σ’ αγαπώ και θα σε πάρω.
Ρωμαίοι το – Ρωμαίοι το θερίζανε.
Άιντε, και Τούρκοι το κουβαλούνε, άστε τους κι ας πιλαλούνε.
Μια παπαδιά, μια παπαδιά τ’ αλώνιζε.
Άιντε, με μια τσίλικη φοράδα, που να ’χε την κάψει λαύρα.
***

Η ΝΟΙΚΟΚΥΡΑ
Κυρά μου είσ’ αρχόντισσα, μα είσαι και ψειριάρα,
σ΄ αυτό το τόπο που κάθεσαι, στο γυφτοκονακό σου.
Ο κόσμος ούλος τις θωρεί, και τάχα εσύ δεν βλέπεις
οι ψείρες πάνε κι έρχονται, στον κόρφο τον δικό σου,
απλώνεις πέντε δάχτυλα και πιάνεις δέκα ψείρες
που είναι παχιές σαν πρόβατα, μαύρες σαν τα κοράκια.
Στο καλύβι ν’ όπου κάθεσαι, πουλί να μην λαλήσει
ποτέ αυγά μην ιδείς κι η κότα σου ας ψοφήσει.
***

(ΤΡΕΙΣ ΠΑΛΙΟΚΕΡΑΤΑΔΕΣ…)
Τρεις παλιό κερατάδες (γεια σου Νικόλα μου λεβέντη)
κλέψανε όλες τις πουλάδες
κλέψανε και τα κοκόρια
που κουρνιάγανε στ’ αχούρια.
Πήρανε τον κόκορα μας (γεια σου Νικόλα μου λεβέντη)
πάει χάθηκ’ η σειρά μας
πήρανε εννιά κοτούλες
κι άλλες δυο πουλακιδούλες.
(γεια σου Νικόλα μου λεβέντη)
Έλα μου και συ στο γλέντι.
***

(ΕΝΑΣ ΠΑΠΑΣ ΚΑΘΟΤΑΝΕ…)
Ένας παπάς καθότανε
απάνω στα βαρέλια.
Την προσευχή του έκανε
να μην καούν τ’ αμπέλια.
Τ’ αμπέλια καήκανε
και πια κρασί δεν κάνουν.
Κι’ όσοι μπεκρήδες το ’μαθαν
έπεσαν να πεθάνουν.

(Παλυβός Αθανάσιος Ανάλυψη Αμαλιάδας Καλοκαίρι 1984)
***

 (ΤΟΝ ΨΥΛΛΟ ΚΑΛΛΙΓΩΝΑΝΕ…)
Τον ψύλλο καλιγώνανε, ένα, δύο, τρία,
δεκαοχτώ νομάτοι, τέσσερα, πέντε, έξι.
Κι ο ψύλλος απηδολόγαγε ένα, δύο, τρία
’τσίναγε, ’κλώτσαγε, τέσσερα, πέντε, έξι.
Και φωνάξανε κι απ’ τ’ άλλο το χωριό
να ’ρθούν άλλοι δεκαοχτώ ένα, δύο, τρία
και πάλι δεν έφταναν τέσσερα, πέντε, έξι
Για να τον χαλινώσουν ένα, δυο, τρία
τον ψύλλο να καλιγώσουν τέσσερα, πέντε, έξι.
***

(ΤΟΝ ΨΥΛΛΟ ΚΑΛΛΙΓΩΝΑΝΕ…)
Τον ψύλλο καλιγώνανε στη μέση στο παζάρι
σ’ αγαπώ δεν σε γελώ. (δις)
Κι ο ψύλλος βάνει τις κλωτσιές, ταράχθη το παζάρι
σ’ αγαπώ δεν σε γελώ. (δις)
Ποιος είδε τον λαγό γαμπρό και τη χελώνα νύφη
σ’ αγαπώ δεν σε γελώ. (δις)
***

Μια παπαδιά καθότανε απάνω στο πηγάδι
και τον σταυρό της έκανε να μην έρθει το βράδυ.
Χαλούπωσε και σούρπωσε βγήκανε και τ’ άστρα
και παπάς της ερχότανε, με τ’ άδεια του τα τράστα.
Της κακοφάνει της παπαδιάς, και το τσουκάλι της πετάει
πάνω στο ράσο του παπά και τόνε βλαστημάει.
- Παπά μου κακορίζικε που τα ’χεις τα κοφίνια;
- Τα πούλησα στην αγορά και πήρα όλ’ ασήμια.
***

(ΕΝΑΣ ΓΥΦΤΟΣ ΠΕΘΑΝΕ…)
Ένας γύφτος πέθανε,
ε, μωρέ και τι έγινε!
Κι αφήκε την προκοπή του
ότι είχε στο βρακί του.
Ένας γύφτος πέθανε,
ε, μωρέ και τι έγινε!
Κι αφήκε στην κυρά του
τα μισά από τα αχαμνά του.
Ένας γύφτος πέθανε,
ε, μωρέ και τι έγινε!
Αφήκε και μια διαθήκη
πυροστιά κι ένα μπρίκι.
Ένας γύφτος πέθανε,
μωρέ και τι έγινε!
Αφήκε για την γενιά του
ένα σόι τα παιδιά του.
Ένας γύφτος πέθανε,
ε, μωρέ και τι έγινε!
Κι αφήκε παραγγελιά
να του ταγίζουν τα παιδιά.
Ένας γύφτος πέθανε,
ε, μωρέ και τι έγινε!
Και μετριώσαντε τριγύρω ούλοι
ποιος θα πάρει το νταβούλι.
Ένας γύφτος πέθανε,
ε, μωρέ και τι έγινε!
Κι έκλαψε το Τραγανό
που ’ναι γύφτικο χωριό.
Ένας γύφτος πέθανε,
ε, μωρέ και τι έγινε!
Να τον κλαίτε τώρα πάψτε
πρου βρωμίσει να τον θάψτε.

***
ΤΟΥ ΜΠΕΚΡΗ
Όποιος πεθάνει από κρασί
στ’ αμπέλια να τον θάφτε.
Και σεις μπεκρήδες σύρετε
εκεί για να τον κλάψτε.
Κι αν χύστε δάκρυα πολλά
και ποτιστεί τ’ αμπέλι,
δώστε μια παραγγελιά
να φτιάσουνε ένα τρανό βαρέλι.
Να χει δόγα Καπελίσα
μια στραβή και μία ίσια.
***

(ΠΑΤΑΩ ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ…)
Πατάω τα μωρέ πατάω τα σταφύλια
και ’συ λειώνεις απ’ τη ζήλια.
Και σουρώνω τα κρασιά
γεια σου αγάπη μου γλυκιά.
Τα βαρέλια μ’, να γιομίσω
και για σένα να μεθύσω.
Για να πιω και να μεθύσω
και να ’ρθώ να σε φιλήσω.
Να σε φιλήσω στ’ αχειλάκι
να μου λες ακόμη λιγουλάκι.
Να σε φιλήσω στο λαιμό
και στη ρίζα των βυζών
Να σε φιλήσω παρακάτω
στο βυζάκι από κάτω.
Και να λες πιο παρακάτου
και να πέφτεις του θανάτου.
Να σε φιλήσω μεσ’ τα σκέλια
εκεί που λειώνουν τα κοπέλια.
Μες τα σκέλια σου τα δυό
στο πηγάδι σου το βαθιό
έσκυψα να πιω λίγο νερό,
νερό, ο μαύρος για να δροσιστώ.
Κι έμπλεξα μέσα στα βούρλα,
μες τα βούρλα μες τα βάτα
και μου σχίστει η γραβάτα.

(Γιαννόπουλος Νίκος Πάτρα 1987)
***

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ
Πέθαν’ ο γύφτος ο χαλκιάς κι’ η γύφτισσα τον κλαίγει:
-Εσύ πεθαίνεις, μάστορα, κι’ εμένα που μ’ αφήνεις!
-Σ’ αφήνω την καλύβα μου τη χιλιοτρυπημένη,
Να ’χεις τον ήλιο μάγειρα και τη βροχή για πλύστρα
και τον αγέρα σκουπιστή και το χαλάζι φίλο.
Σ’ αφήνω τη φυσούνα μου, τον τσόκο και τ’ αμόνι,
σ’ αφήνω κι’ όλο μου το βιό να μη φοβάσαι κλέφτες.
Σ’ αφήνω ντσόρα ’πο κρανιά και τρύπια ντραβεντσίκα,
να σ’ αλυχτάνε τα σκυλιά και συ να καμαρώνεις,
να μπαινοβγαίνεις, ‘λέυτερη σε χίλιων λογιών σπίτια,
να τρως τα ξεροκόμουτσα να σου τροχάν τα δόντια.
***

Ο ΚΑΣΣΙΔΙΑΡΗΣ ΚΑΙ Η ΓΥΦΤΙΣΣΑ
Αγάπησα μια γύφτισσα, που ‘χε τις άντσες μαύρες,
μ’ αγάπησε κι’ εμέν’ αυτή κι’ ας είμαι κασσιδιάρης.
Εκοιμηθήκαμε κι’ οι δυο σε μια καινούργια τσέργα
και τράβ’ αυτή, και τράβα ‘γω, καβάληκα την τσέργα.
Και την αυγή ξυπνήσαμε κι’ επιάσαμε κουβέντα.
Κανείς δεν μας απείκασε, πως είμαστεν καβάλα.
Κ’ ένας παπάς, κακόπαπας, παπάς να μ’ είχε γίνει,
εκείνος μας απείκασε, μας πήρε με το ξύλο.
***
 
ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ
Του γύφτου τα εργαλεία
είναι του Θεού τα μεγαλεία.
Ότι θέλεις τούτος φκιάνει
και καλάθια και τσουκάλι
φκιάνει έργατα μεγάλα
και παιδάκια όλο μαύρα.
Φκιάνει και παλιοκαλύβες
μπότσες για τους μπεκρήδες
και μπρικάκια κατοστάρια
να κερνούν τα παλικάρια.

(Σκούτας Δημήτριος, Δάφνη Αμαλιάδας, 3/7/1993)
Πηγή: www.antroni.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια: